δάμαλις

δᾰμᾰλ-ις, εως, ἡ ( D.H.1.39), ([etym.] δαμάζω)
A young cow, heifer, A.Supp.351 (lyr.), Aen.Tact.27.1, D.H.1.35; of Io, B. 18.24, Nic.Al.344; also masc., Hellanic.111J.
2

δ. σῦς IG5

(1).1390.34,69 (Andania, i B.C.).
II girl, Epicr.9, AP5.291 (Agath.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Δάμαλις — young cow fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάμαλις — η βλ. δαμάλα …   Dictionary of Greek

  • δαμαλίς — (I) η βλ. δαμάλα. (II) η βλ. δαμαλίδα …   Dictionary of Greek

  • δαμάλει — δάμαλις young cow fem nom/voc/acc dual (attic epic) δαμάλεϊ , δάμαλις young cow fem dat sg (epic) δάμαλις young cow fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλαι — δάμαλις young cow fem nom/voc pl δαμάλᾱͅ , δάμαλις young cow fem dat sg (doric aeolic) δαμάλᾱͅ , δαμάλη fem dat sg (doric aeolic) δαμάλης subduer masc nom/voc pl δαμάλᾱͅ , δαμάλης subduer masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλεις — δάμαλις young cow fem nom/voc pl (attic epic) δάμαλις young cow fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλη — δάμαλις young cow fem nom/voc sg (attic epic ionic) δάμαλις young cow fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) δαμάλη fem nom/voc sg (attic epic ionic) δαμάλης subduer masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλης — δάμαλις young cow fem gen sg (attic epic ionic) δάμαλις young cow fem nom/voc pl (doric aeolic) δαμάλη fem gen sg (attic epic ionic) δαμάλης subduer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλῃ — δάμαλις young cow fem dat sg (attic epic ionic) δαμάληι , δάμαλις young cow fem dat sg (epic) δαμάλη fem dat sg (attic epic ionic) δαμάλης subduer masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαλᾶν — δάμαλις young cow fem gen pl (doric aeolic) δαμάλη fem gen pl (doric aeolic) δαμάλης subduer masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαλῶν — δάμαλις young cow fem gen pl δαμάλη fem gen pl δαμάλης subduer masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.